Τοποθετήσεις και δευτερολογία Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής κατά τη σημερινή (30/6/2016) συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής

Τοποθετήσεις και δευτερολογία Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής κατά τη σημερινή (30/6/2016) συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής με τίτλο «“Για την κύρωση της από 24 Ιουνίου 2016 τροποποίησης και κωδικοποίησης σε ενιαίο κείμενο της από 13ης Φεβρουαρίου 2002 Σύμβασης Παραχώρησης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και της Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ και άλλες διατάξεις”
 
 
1. Τοποθετήσεις Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής:
Α. «Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, συνηθίζω και προσπαθώ τουλάχιστον όταν μιλώ επίσημα, κάθε λέξη να έχει το νόημά της και τη βαρύτητά της. Το ίδιο θα προσπαθήσω να κάνω και τώρα. 
Μίλησα εχθές στην Επιτροπή της Βουλής και έδωσα απαντήσεις νομίζω σαφείς. Και ό,τι δεν ήταν σαφές εδώ μπορούμε να το αποσαφηνίσουμε ακόμα περισσότερο. 
Ακούστηκαν ήδη πολλά με τη θεμιτή αιτιολόγηση, την οποία αποδέχομαι, ότι υπάρχει πίεση χρόνου και άρα κανείς δεν μπορεί να έχει πληρότητα προσεγγίσεων. Είναι δικαιολογημένο αυτό. Εντούτοις, καμμία από τις τοποθετήσεις δεν έλαβε υπ’ όψιν την απάντηση που έδωσα χθες στην Επιτροπή, η οποία είναι στα Πρακτικά. Δεν την έλαβε υπ’ όψιν αυτήν την απάντηση ούτε ο δημόσιος διάλογος μέσω των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Γι’ αυτό κι εγώ, ενώ θα μπορούσα, επέλεξα με μια ανακοίνωσή μου χθες να μην συμμετάσχω σ’ αυτόν τον διάλογο, αλλά να κρατήσω τη δυνατότητα να απευθυνθώ μόνο στο Κοινοβούλιο σήμερα, για να υπάρξει εδώ ακριβώς η δυνατότητα να αξιολογηθούν τα δεδομένα. Ποια είναι τα δεδομένα; 
Το κείμενο της σύμβασης παραχώρησης το οποίο είναι η τροποποίηση της ισχύουσας σύμβασης παραχώρησης μεταξύ του ελληνικού δημοσίου, των δυο συναρμοδίων Υπουργείων και Υπουργών -Οικονομίας και Ναυτιλίας- και της ΟΛΠ Α.Ε. από την άλλη μεριά, αυτό το αλλαγμένο, διαφοροποιημένο κείμενο σύμβασης παραχώρησης, πράγματι, απετέλεσε, όπως καταρτίστηκε τον Δεκέμβριο του 2015 στην τελική του μορφή, αναρτημένο κείμενο επί τη βάσει του οποίου έγινε η διαγωνιστική διαδικασία. 
Άρα, και παρά το γεγονός ότι δεν είχε υπογραφεί ακόμα από τους συναρμόδιους Υπουργούς και από τον Πρόεδρο της ΟΛΠ Α.Ε., κάτι που συνέβη μόλις προ ολίγων ημερών –έτσι προβλέπεται- εντούτοις το κείμενο αυτό είναι απολύτως δεσμευτικό, αφού επί τη βάσει αυτού έγινε η διαγωνιστική διαδικασία. Εκτός κι αν συναινετικά με τον ανακηρυχθέντα ως παραχωρησιούχο από τη διαγωνιστική διαδικασία, το ελληνικό δημόσιο προβεί σε διαδικασίες νέας διαβούλευσης και συναινετικά υπάρξουν διαφοροποιήσεις. Το κείμενο της σύμβασης παραχώρησης όντως είναι δεσμευτικό και κανείς δεν μπορεί να επιφέρει σ’ αυτό καμμία αλλαγή. 
Το ίδιο το κείμενο της σύμβασης παραχώρησης, όμως, προβλέπει ότι όταν θα ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της πρώτης φάσης μεταβίβασης μετοχών, που έγινε με πανηγυρικό τρόπο στο Μέγαρο Μαξίμου και στο Ζάππειο Μέγαρο, όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της απόφασής του και των ενδεχομένων ενστάσεων προσφυγών κ.λπ., όταν θα ολοκληρωθεί η διαδικασία του πορίσματος και της έκθεσης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, που έγινε και αυτό μόλις προ ολίγων ημερών και εν συνεχεία υπήρξε ένα νέο στάδιο και υπήρξε η οριστική γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού –γι’ αυτό και καθυστερήσαμε, δεν μπορούσαμε νωρίτερα να το φέρουμε, και γι’ αυτό τώρα πια αναγκαστικά έρχεται με τη μορφή του κατεπείγοντος- όταν, λοιπόν, αυτά ολοκληρωθούν, αμελλητί, λέει η δεσμευτική σύμβαση παραχώρησης, η Κυβέρνηση θα φέρει στο Κοινοβούλιο προς έγκριση και ψήφιση τον κυρωτικό νόμο, ο οποίος θα συμπεριλάβει και το κείμενο της σύμβασης παραχώρησης. 
Ο κυρωτικός νόμος, πράγματι, υπήρχε στα ανηρτημένα παραρτήματα του σχεδίου παραχώρησης ως σχέδιο κυρωτικού νόμου, συμφωνημένου σ’ εκείνη τη φάση μεταξύ των διαγωνιζομένων και του ΤΑΙΠΕΔ, γιατί ήταν τεχνικό κείμενο ενδεικτικό κατευθύνσεων και προθέσεων ανάμεσα στο ΤΑΙΠΕΔ, που είχε την ευθύνη διενέργειας της διαγωνιστικής διαδικασίας, και στους διαγωνιζομένους. Τελικώς ήταν ένας ο διαγωνιζόμενος. 
Όμως, η σύμβαση παραχώρησης -και το είπα χθες στην Επιτροπή- λέει τα εξής πάρα πολύ σαφή πράγματα: Στην παράγραφο 1.3, αφού λέει ακριβώς αυτά που σας είπα, ότι δηλαδή το ελληνικό δημόσιο θα υποβάλει «αμελλητί» στη Βουλή την παρούσα σύμβαση προς κύρωση, αναφέρεται ότι «ο ΟΛΠ αναγνωρίζει και αποδέχεται ότι α) οι διατάξεις του κυρωτικού νόμου, που θα τεθεί σε ισχύ, υπόκεινται σε τεχνική και νομική επεξεργασία και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να υποστούν σημαντική επεξεργασία, προτού παρουσιαστούν στη Βουλή των Ελλήνων, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα νομοθετικής διαδικασίας της Ελληνικής Δημοκρατίας β) αντιστοίχως, το ελληνικό Δημόσιο δεν παρέχει καμμία διαβεβαίωση ότι το σύνολο ή μέρος του σχεδίου του κυρωτικού νόμου θα τεθεί τελικά σε ισχύ υπό την ακριβή μορφή που προβλέπεται στο παράρτημα 1.1.α», αυτό δηλαδή που σας ανέφερα ότι αναρτήθηκε ως σχέδιο κυρωτικού νόμου. 
Πλήρης αρμοδιότητα, συμφωνημένη, εντός της σύμβασης παραχώρησης, συμβατική. Αμοιβαία συμφωνία ότι αυτό είναι κυριαρχικό δικαίωμα της Κυβέρνησης και της Βουλής των Ελλήνων: η τελική διαμόρφωση του κυρωτικού νόμου -εννοείται, προφανώς- όχι με διατάξεις που θα αντίκεινται στην ουσία και στο γράμμα των διατάξεων της σύμβασης παραχώρησης. Προφανώς. 
Όταν, λοιπόν, η Κυβέρνηση σε αυτό το τελευταίο διάστημα ασχολήθηκε με τη διαδικασία τελικής διαμόρφωσης του κειμένου του κυρωτικού νόμου, στην πραγματικότητα δεν άλλαξε τίποτα. Αυτό το κείμενο χρησιμοποίησε ως βάση. Όμως, όχι το Υπουργείο Ναυτιλίας, αλλά η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης -και οι νομικές υπηρεσίες και η Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης, όπως πάντα συμβαίνει σε όλα τα νομοσχέδια στην τελική τους φάση και τελική επεξεργασία- με κριτήριο όχι πολιτικό, όχι συμβατικό, όχι άλλο κριτήριο, αλλά με κριτήριο ορθής και καλής νομοθέτησης, προέβη όντως σε μια σειρά από αλλαγές, οι οποίες δεν έχουν καμμία σχέση με παραβίαση συμφωνημένων όρων και κανόνων, καμμία σχέση με ανατροπή δεδομένων.
Είναι βέβαιο ότι ιδιαίτερα οι συνάδελφοι που είναι νομικοί θα συμμετάσχουν -ίσως και δημιουργικά- σε μια τέτοια συζήτηση, αλλά θα μας πάρει πολύ χρόνο να αναλύσουμε ένα-ένα από αυτά. 
Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι αλλαγές, κατά την κρίση της Κυβέρνησης, δεν έγιναν ούτε για να ανατρέψουν συμφωνημένα ούτε για να παραβιάσουν συμφωνίες ούτε για τίποτα. Και μάλιστα αυτές οι αλλαγές, όπως ακριβώς ήταν η πρακτική που ακολουθείτο μέχρι τώρα -γιατί το ΤΑΙΠΕΔ ήταν ο τεχνικός σύμβουλος και ο υπεύθυνος διενέργειας του διαγωνισμού- διαβιβάστηκαν στο ΤΑΙΠΕΔ, δεν ήρθαν ξαφνικά. Δεν έκανε καμμιά κίνηση η Κυβέρνηση στα μουλωχτά. Διαβιβάστηκαν στο ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο έχει τη διαρκή επικοινωνία με τους διαγωνιζομένους και εν συνεχεία με τον παραχωρησιούχο. 
Δεν έγιναν για να αιφνιδιάσουν κανέναν, δεν έγιναν για να αποκρύψουν τίποτα. Έγιναν στο πλαίσιο της λογικής της ορθής νομοθέτησης επ’ ωφελεία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του παραχωρησιούχου. Αυτή ήταν η λογική. 
Κι εχθές στην Επιτροπή προτάθηκε από συναδέλφους άλλων κομμάτων στην ακρόαση φορέων να κληθεί και η εταιρεία, η COSCO. Δεν ήταν σύνηθες. Παρ’ όλα αυτά έγινε δεκτό. Η COSCO δεν ήρθε, όπως ήρθαν άλλοι φορείς, και αντί γι’ αυτό έστειλε αυτήν την επιστολή, την οποία μάλιστα έδωσε και στη δημοσιότητα.
Δεν θα την κρίνω, ακριβώς, γιατί σέβομαι και τις στιγμές και τις συμφωνίες μας και τις προοπτικές ανάπτυξης των σχέσεών μας με την Κίνα και πολλά άλλα πράγματα. Δεν θα την κρίνω, αλλά εσείς μπορείτε να το κρίνετε αυτό ως κίνηση. 
Όλα αυτά μπορούσαν ακριβώς, εφ’ όσον υπήρχε μια νομική άποψη ότι κάποιες από τις ερμηνείες της Κυβέρνησης μπορούν να αφήνουν νομικά κενά ή περιθώρια να ανατραπούν συμφωνηθέντα, ευχαρίστως θα τα αντιμετώπιζαν στο πεδίο αυτό των νομικών υπηρεσιών της Γραμματείας της Κυβέρνησης με καθαρή βούληση, με καλοπιστία και χωρίς κανένα ζήτημα. Όλος αυτός ο χειρισμός βγαίνει σ’ αυτήν εδώ τη φιλολογία, ότι η Κυβέρνηση δήθεν αιφνιδιάζει, δήθεν παραβιάζει, δήθεν δεν σέβεται τις συμφωνίες.
Αυτήν τη στιγμή είναι σε τελική φάση διαδικασίας μια σειρά από επεξεργασίες που να λύνουν νομικά τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο της καλής νομοθέτησης, χωρίς να αφήνουν κενά για παρερμηνείες ή για τέτοιου είδους αντιμετωπίσεις. 
Ευχαριστώ.»
Β. «Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, θεωρώ ότι αυτή η διακοπή ήταν αναγκαία, παρά το γεγονός ότι δεν συνηθίζεται. Ελπίζω να αξιολογηθεί η δημοκρατικότητα με την οποία η Κυβέρνηση προσέτρεξε σε αυτή τη συνηγορία, ώστε να μην υπάρχει το παραμικρό σε όλη την Αίθουσα για την πραγματική αξιολόγηση όλων των δεδομένων του κειμένου αυτού του νομοσχεδίου. 
Είναι ένα νομοσχέδιο που πραγματικά φιλοδοξεί να δημιουργήσει νέους κανόνες για την ανάπτυξη της χώρας. Η Κυβέρνησή μας -και αναφέρθηκα σε αυτό και στη χθεσινή μου παρέμβαση στην Επιτροπή, όπως και άλλοι συνάδελφοι από την Πλειοψηφία- όταν ανέλαβε στα τέλη Ιανουαρίου του 2015, στην προγραμματική της διακήρυξη, αλλά και στις προγραμματικές δηλώσεις της ρητά και με πολύ μεγάλη σαφήνεια είχε τοποθετηθεί ότι δεν είναι υπέρ της λύσης των ιδιωτικοποιήσεων για στρατηγικής σημασίας παραγωγικούς τομείς της χώρας και ειδικά για τα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης.
Η τοποθέτησή μας αυτή δεν προέρχεται από μια ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά από μια συστηματική αξιολόγηση δυνατοτήτων που πρέπει να σχεδιαστούν για μια άλλου είδους παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Είναι ένας σχεδιασμός που περιλαμβάνει το σύνολο των μεταφορών -θαλάσσιων και χερσαίων- που περιλαμβάνει ένα συντονισμένο πρόγραμμα ένταξης των λιμένων της χώρας στο ευρωπαϊκό λιμενικό δίκτυο, που δημιουργεί συνέργειες και παραμέτρους με τις παραγωγικές δραστηριότητες σε κάθε περιοχή της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, κάθε λιμένα, που πρέπει συντονισμένα, ορθολογικά και οργανωμένα, σε μια ενιαία διοίκηση, να έχουν πραγματική βάση, ώστε να δημιουργούνται προστιθέμενες αξίες και προοπτική. 
Δήλωσα εχθές ότι αυτό το όραμα και αυτό το σχέδιο όντως η Κυβέρνησή μας δεν μπόρεσε να το υλοποιήσει, γιατί οι εξελίξεις οι καταιγιστικές του 2015, η μάχη της διαπραγμάτευσης, όπως δόθηκε, με τους πιο σκληρούς και αδυσώπητους όρους, κατέληξε σε έναν συμβιβασμό, ο οποίος είχε θετικά στοιχεία και στοιχεία ανοιχτής προοπτικής, είχε, όμως, και επώδυνες λύσεις και μέτρα και είχε και επιλογές, όπως αυτή, που δεν ήταν συμβατές με τις προγραμματικές μας διακηρύξεις. Αυτό δεν αποτελεί υπαναχώρηση προγραμματική. Αποτελεί, όμως, πράγματι, μια αλλαγή πλεύσης και μια προσαρμογή σε μια επιλογή σχεδόν καταναγκαστική.
Αυτήν την επιλογή τη σχεδόν καταναγκαστική, που αφορούσε τις ιδιωτικοποιήσεις, που είχαν ήδη δρομολογηθεί και που η διαγωνιστική διαδικασία ήταν σε εξέλιξη -περιοριστικά σε αυτές- η Κυβέρνησή μας -μαζί και με όλα τα άλλα ζητήματα- είχε την ευαισθησία να απευθυνθεί και να τα θέσει ενώπιον του ελληνικού λαού στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Επιμένω και τονίζω για μια ακόμη φορά, όπως και χθες, όπως και πάντα, όπως και όλοι μας, ότι το έκανε όχι για να πάρει κάποια λευκή επιταγή για να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα, ό,τι ήθελε, αλλά για να πάρει την εντολή να συνεχίσει την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας παρά την προσαρμογή, παρά τον συμβιβασμό. Και αυτήν την εντολή, ακριβώς έτσι, που αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, ο ελληνικός λαός την έδωσε. 
Με την ευθύνη, λοιπόν, αυτής της εντολής -και όχι γιατί θέλουμε να διατηρούμαστε σε καρέκλες, άβολες μας ήταν πάντα οι καρέκλες της εξουσίας και καμμία εξουσιομανία δεν διατηρεί ο χώρος μας, αυτά είναι κριτικές όσων κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια- η Κυβέρνησή μας βάλθηκε με επιμονή, με πείσμα, με πολλή δουλειά, με σύστημα και σοβαρότητα, με ελάχιστη επικοινωνιακή αξιοποίηση και παραπλάνηση -με καθόλου παραπλάνηση- αλλά και με καθόλου έμφαση στο επικοινωνιακό αλλά αντιθέτως στο ουσιώδες, αυτήν τη δεσμευτική Συμφωνία να την υλοποιήσει ακριβώς για να μη ρισκάρει χειρότερες εξελίξεις, για να μη ρισκάρει καταστάσεις που μπορεί να εκπορεύονται από την αποφυγή ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις που αναλάβαμε ως Κυβέρνηση και ως χώρα. Και βάλθηκε να την υλοποιήσει σε κάθε τομέα χωριστά, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου, του κοινωνικού μερίσματος και του δημοσίου συμφέροντος σε συνθήκες που δεν ευνοούν τέτοιες κατευθύνσεις. Και εκεί όντως υπάρχει αντινομία.
Οι συνθήκες που κυριαρχούν και οι μέρες που ζει η Ευρώπη όλη και άλλα μέρη του πλανήτη, είναι τραγικές. Είναι η αποδόμηση του κράτους-δικαίου, η αποδόμηση του κράτους-πρόνοιας, η αποδόμηση των αρχών του δημοσίου συμφέροντος, η αγοραία πολιτική ως αγωνιώδης διέξοδος κάποιων ισχυρών κύκλων της οικονομίας από την κρίση. 
Αυτό, λοιπόν, που είναι όχι μόνο ελληνικό, αλλά και διεθνές φαινόμενο, δεν ευνοεί καθόλου πολιτικές που πασχίζουν να κρατούν ψηλά την προτεραιότητα της υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος και της αύξησης του κοινωνικού μερίσματος. Αντιθέτως -και μάλιστα στις μνημονιακές πολιτικές- αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο όταν μια σειρά  από μέτρα είναι όντως εξαιρετικά περιοριστικά.
Αυτή, λοιπόν, τη στόχευση, αυτή τη δέσμευση και στην περίπτωση των λιμανιών του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, παρά το γεγονός ότι ιδιαίτερα για το λιμάνι του Πειραιά σχεδόν όλα ήταν διαμορφωμένα, σχεδόν όλα ήταν δρομολογημένα, σχεδόν όλα ήταν δεσμευτικά, ακόμα και σε ακραία συνθήκη από άποψη πιεστικότητας χρόνου, βαλθήκαμε να κάνουμε όλες εκείνες τις αναγκαίες αλλαγές που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν τους στόχους που προανέφερα. 
Κατ’ αρχάς, υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με το δρομολογημένο σχέδιο πώλησης του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών αναφορικά με το σχέδιο που η προηγούμενη Κυβέρνηση είχε προωθήσει. Η διαφοροποίηση συνίσταται στο εξής: Να πωληθεί σε πρώτη φάση και να μεταβιβαστεί το 51% των μετοχών και μετά από μια πενταετία ομαλής πορείας και δεσμευτικής ανταπόκρισης του παραχωρησιούχου σε όσα η Συμφωνία τον δεσμεύει -μετά από την περάτωση αυτής της πενταετίας- να υπάρξει η μεταβίβαση του άλλου 16% του πακέτου των μετοχών. Στο μεταξύ διάστημα όποια οφέλη από μερίσματα ή από οτιδήποτε άλλο προσπορίζονται γι’ αυτό το 16% μέσω ΤΑΙΠΕΔ -γιατί το ΤΑΙΠΕΔ έχει τις μετοχές- να ωφελούν τον γενικό δημόσιο σχεδιασμό, έστω και σε αυτή την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης του χρέους, αφού ως γνωστόν το ΤΑΙΠΕΔ ό,τι εισπράττει εκεί το αποδίδει.
Δεν σταθήκαμε, όμως, μόνο σε αυτό. Η ακτογραμμή των λιπασμάτων ήταν μια πολύ μεγάλη και δύσκολη κατάκτηση, υπό συνθήκες εξαιρετικά πιεστικές. Η δέσμευση του Πρωθυπουργού απέναντι στο λαό της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου και της ευρύτερης περιοχής των δήμων του Πειραιά έγινε πραγματικότητα. Και σήμερα, με την προσθήκη στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο ειδικής διάταξης, ολοκληρώνεται και αποδίδεται πλέον στον Δήμο της Δραπετσώνας η ακτογραμμή των λιπασμάτων. 
Ξέρετε, δεν πρόκειται για μια παραχώρηση. Πρόκειται για τη δικαίωση αγώνων τουλάχιστον μιας εικοσαετίας, μετά το κλείσιμο του εργοστασίου λιπασμάτων στην πρώην Βιομηχανική Ζώνη της Δραπετσώνας. 
Υπήρχαν πολλά ζητήματα. Θα αναφέρω μερικά:
Υπήρχαν ζητήματα που είχαν να κάνουν με αρχαιολογικούς χώρους. Ο χώρος της Κυνόσουρας στη Σαλαμίνα δεν είναι ένας χώρος μικρής αρχαιολογικής σημασίας, συμβολικά και πραγματικά. Και, όμως, δεν εξαιρούνταν, διότι είχε εμμέσως ειδικό εμπορικό ενδιαφέρον. Εξαιρέθηκε, όμως,. 
Επίσης, το ελάχιστον πλαφόν για την προβλήτα Ι, ώστε να μετράται η αποδοτικότητα και η παραγωγικότητα της προβλήτας με υψηλότερα στάνταρντ και όχι με χαμηλά, που δεν θα ωφελούσαν τη συνολική κίνηση, τα έσοδα κ.λπ.. Επέρχεται η δραστική αύξησή του. 
Ακόμη, τα ακίνητα που δεν βρίσκονται εντός της χερσαίας λιμενικής ζώνης, τα οποία στην πορεία των δεκαετιών είχε αποκτήσει ο ΟΛΠ και τα οποία δεν εξαιρούντο και θα ήταν περιουσιακό στοιχείο προς αξιοποίηση από τον παραχωρησιούχο, εξαιρέθηκαν. 
Περιφρουρήθηκε ο δημοσίου συμφέροντος χαρακτήρας υπηρεσιών με την ίδρυση της ΔΑΛΠ, όπου μεταφέρθηκαν όλες αυτές οι δραστηριότητες που ασκούσε ο ΟΛΠ ως Οργανισμός δημοσίου συμφέροντος -κατά το μέρος που ασκούσε τέτοιου είδους αρμοδιότητες, γιατί κατά το υπόλοιπο μέρος ήταν εμπορική επιχείρηση, ανώνυμη εταιρεία και μάλιστα εισηγμένη στο χρηματιστήριο- και όχι μόνο έφυγαν μέσω της σύμβασης παραχώρησης από την αρμοδιότητα του παραχωρησιούχου, αλλά οργανωμένα εντάχθηκαν στις αρμοδιότητες ενός φορέα που θα μπορεί πραγματικά να τις ασκήσει και όχι να διαχυθούν εδώ και εκεί. 
 
 
 
Αυτό απετέλεσε αιτία κριτικής σε εμένα και στην Κυβέρνηση, ότι είμαστε κρατιστές, ότι βάζουμε έναν μπάστακα για να ελέγχουμε την επένδυση, ότι εμμέσως καταργούμε την ιδιωτικοποίηση κ.λπ.. 
Όμως, έγινε αποδεκτό στο τέλος ως δημοκρατικό κεκτημένο που δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς και η Κυβέρνησή μας δικαιώθηκε πλήρως. 
Ο όρος 5.11 για την προστασία της εργασίας, που προστέθηκε στη Σύμβαση Παραχώρησης, ήταν πραγματικά πάρα πολύ καίριας σημασίας. Με βάση αυτό, η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων κατοχυρώνεται ήδη από τη Σύμβαση Παραχώρησης κι εν συνεχεία με το άρθρο 10Α του σχεδίου νόμου διατηρείται σε ισχύ ο υφιστάμενος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού. Τα είπα χθες στην Επιτροπή. Διατηρεί μεν το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΛΠ, όπως η νομοθεσία προβλέπει άλλωστε, το δικαίωμα να αντικαθιστά τον υφιστάμενο Γενικό Κανονισμό -να τον καταργεί και να τον αντικαθιστά- αλλά η διατύπωση του άρθρου 10Α είναι ενιαία. Λέει, δηλαδή, ότι διατηρείται σε ισχύ ο Κανονισμός Εργασίας μέχρι την κατάργησή του από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΛΠ και την αντικατάσταση του ταυτόχρονα, αμέσως, με βάση την κείμενη νομοθεσία και όπως προβλέπεται με τη διαπραγμάτευση με τους εργαζομένους και τη διαιτησία, αν δεν επιτευχθεί λύση μεταξύ των εργαζομένων. 
Προς αυτή την κατεύθυνση -και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφισβήτηση, αν και δεν μπορεί να υπάρχει αμφισβήτηση- εγώ καταθέτω και μια ερμηνευτική δήλωση για το περιεχόμενο του άρθρου 10Α, η οποία λέει: 
«Με το άρθρο 10Α διασφαλίζονται πλήρως τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων στην ΟΛΠ, λαμβάνοντας υπόψιν ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων του Νόμου 3996/2011 (Τεύχος Α΄ 170 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως) και της με αριθμό 2063/Δ1 632/2011 Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Τεύχος Β΄ 266) συνάγεται ότι: 
α) η κείμενη νομοθεσία απαγορεύει με απόλυτο τρόπο στον παραχωρησιούχο να καταργήσει τον υφιστάμενο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού και ταυτόχρονα να λειτουργήσει τον ΟΛΠ ΑΕ έστω και μια (1) μέρα χωρίς Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, 
β) η κείμενη νομοθεσία προβλέπει με τρόπο σαφή ότι η λειτουργία της ΟΛΠ ΑΕ χωρίς Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, έστω και μια (1) μέρα, αποτελεί υψηλής σοβαρότητας παράβαση της εργατικής νομοθεσίας, για την οποία είναι επιτρεπτή ακόμα και η επιβολή της διοικητικής κύρωσης της προσωρινής διακοπής της λειτουργίας του παραχωρησιούχου, η οποία θα επιφέρει και τις αντίστοιχες συμβατικές κυρώσεις της κυρούμενης Αναθεωρημένης Σύμβασης Παραχώρησης. 
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, διακριτό στάδιο κατάργησης των ανωτέρω Κανονισμών χωρίς ταυτόχρονη αντικατάστασή τους δεν δύναται να υπάρξει. 
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψιν ότι μετά τη θέση σε ισχύ του συζητούμενου σχεδίου νόμου στους ανωτέρω Κανονισμούς εφαρμόζονται οι περί μετενέργειας διατάξεις, δεν υφίσταται δικαίωμα του παραχωρησιούχου να λειτουργήσει την ΟΛΠ ΑΕ χωρίς αυτούς». 
Την υπογράφω και την καταθέτω για τα Πρακτικά ως ειδική ερμηνευτική δήλωση για το περιεχόμενο του άρθρου 10Α, αν και επιμένω και επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση από καμμία πλευρά για το νοηματικό περιεχόμενο αυτής της διάταξης -και σας βεβαιώνω για αυτό- υπάρχει, όμως, ανασφάλεια στον χώρο των εργαζομένων. 
Το κείμενο του νόμου όπως είναι διατυπωμένο, είναι ακριβώς, όπως και όλα τα άλλα κείμενα, προϊόν μιας διαδικασίας η οποία στόχευε και στοχεύει στο να εξασφαλίσει τη βούληση της Κυβέρνησης και του νομοθέτη, χωρίς να αφήσει την παραμικρή αμφισβήτηση και αμφιβολία για την παραβίαση διατάξεων ή οτιδήποτε άλλο της σύμβασης παραχώρησης. 
Εγώ είμαι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει θέμα, κύριε Δένδια. Όμως δήλωσα και προς τους εργαζομένους, επειδή είναι κακό πράγμα να ξεκινήσει αυτή η νέα περίοδος στο λιμάνι του Πειραιά με ανασφάλειες και φοβίες, γιατί είναι μια τομή στη συνέχεια, ότι πρέπει οι εργαζόμενοι να μείνουν στις θέσεις του και να παραμείνουν ως παραγωγικές μονάδες αυτής της διαδικασίας στις νέες συνθήκες, με όλα τους τα δικαιώματα. Γι’ αυτό και προχώρησα σε αυτό που ορθά λέτε ότι έχει μια σχετική πρωτοτυπία, αλλά παρ’ όλα αυτά έχει μια σοβαρή σκοπιμότητα και παρακαλώ να την δεχθείτε.
Από εκεί και πέρα συμβατό και συναφές με τη ρύθμιση αυτή του 10Α είναι το άρθρο 11, το οποίο πραγματικά θέτει τα ζητήματα των μετατάξεων.
Τα ζητήματα του άρθρου 11, όπως είπα και εχθές στην Επιτροπή, ρυθμίζουν δυνατότητες μετατάξεων από τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς και τον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης στον στενό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με διαδικασίες και προβλέψεις που η διάταξη αυτή θέτει. 
Οι διαδικασίες και οι προβλέψεις αυτές εξασφαλίζουν μια ορθολογική διαχείριση αυτού του ζητήματος. Καθιστούν δικαιούχους όσους εργάζονται αυτήν την στιγμή στον ΟΛΠ και στον ΟΛΘ. Από εκεί και πέρα ανάλογα με τα δεδομένα δίνει τη δυνατότητα να αξιολογηθούν οι δυνατότητες του δημοσίου, οι ειδικότητες –δεν θα πάνε «χύμα» όσοι πάνε- και θέτει περιορισμούς. Εάν μεταφερθούν στο δημόσιο, δεν θα μεταφέρουν και αυτό που λέγεται «προσωπική διαφορά», θα ενταχθούν στο ενιαίο μισθολόγιο στις θέσεις που θα καταλάβουν. Επομένως, προχωράμε σε μία σύνθετη και δημιουργική λύση των μετατάξεων ως δυνατότητα.
 Η επιθυμία της Κυβέρνησης, που διακηρύχθηκε πολλές φορές το προηγούμενο διάστημα και κατά τη διάρκεια της απεργίας, είναι ούτε μία εργαζόμενη ούτε ένας εργαζόμενος να μην κάνει χρήση αυτής της διάταξης. Το καλύτερο θα είναι να παραμείνουν εκεί. Όμως για τη συνολική και οργανωμένη πορεία και μετάβαση στη νέα πραγματικότητα πρέπει να έχουμε πρόνοιες ικανές να εξασφαλίσουν την αναπτυξιακή και παραγωγική πορεία με κανόνες και όρους κοινωνικής ασφάλειας και κοινωνικής βεβαιότητας. Είναι μία λύση που δεν την επέλεξε η Κυβέρνηση. Την ζήτησαν οι εργαζόμενοι. Την αποδεχθήκαμε ακριβώς  με αυτούς τους όρους και τους κανόνες ως ένα μέτρο εξισορρόπησης των συνολικών δεδομένων σε συνάρτηση με όλες τις άλλες προβλέψεις που απαιτήθηκαν γι’ αυτό. 
Θα ήθελα επίσης, επειδή πολλές έχουμε αναφερθεί στα νέα δεδομένα, ότι η ΔΑΛ, η Δημόσια Αρχή Λιμένα είναι ένα πουκάμισο αδειανό ή οτιδήποτε άλλο, να καταθέσω στα Πρακτικά  τον πίνακα των αρμοδιοτήτων. Το έχω κάνει στην προηγούμενη διαδικασία, αλλά το κάνω και τώρα με ακόμα πληρέστερο πίνακα, ο οποίος παραμένει ενδεικτικός γιατί το σύνολο των αρμοδιοτήτων ζητάμε και από το ΤΑΙΠΕΔ και από τον ΟΛΠ να τις καταγράψουν βήμα βήμα και το Υπουργείο μας είναι στη διαδικασία αυτή. Παρ’ όλα αυτά είναι αρκετά πλήρης. Μπορεί να λείπουν ακόμα μία, δύο, τρεις αρμοδιότητες δημοσίου συμφέροντος που περνάν από τον ΟΛΠ στη Δημόσια Αρχή Λιμένα. Αναγνώστε τις, σας παρακαλώ, και θα δείτε ότι είναι πολύ σημαντικές αρμοδιότητες για να ασκηθεί πραγματικά ο κοινωνικός και παραγωγικός έλεγχος στο λιμάνι με κανόνες πραγματικής δικαιοσύνης και αναπτυξιακής προοπτικής.
Τελειώνω, γιατί πολλά θα μπορούσαμε να πούμε σε όλη αυτήν τη διαδικασία, για το πώς φθάσαμε ως εδώ και ποιες πολύ σημαντικές αλλαγές πετύχαμε. Δεν θα μιλήσω αυτήν τη στιγμή γι’ αυτά που κατέθεσα χθες ως τροπολογία και έχουν ενταχθεί στις διατάξεις του νόμου, γιατί δεν προλαβαίνω. 
Όπως είπα και χθες, στην πραγματικότητα, εκτός από την περίπτωση της απόδοσης στο Δήμο Δραπετσώνας-Κερατσινίου της ακτογραμμής των λιπασμάτων, όλες οι άλλες είναι λογιστικού τύπου ρυθμίσεις από προηγούμενα χρόνια που καταδυναστεύουν τη δυνατότητα των υπηρεσιών του Υπουργείου να κάνουν τη δουλειά τους σωστά. 
Μελετήθηκαν όλες οι δυνατές λύσεις. Δεν υπάρχουν. Δεν είναι πρώτη φορά που έρχονται. Σε νομοσχέδιο που θα έρθει στη συνέχεια, το οποίο είναι προγραμματισμένο να κατατεθεί στη Βουλή τις επόμενες ημέρες από το Υπουργείο μας, αυτά περιέχονταν. 
Τώρα τα πήραμε από εκεί, γιατί έχουν εξαιρετικά επείγοντα χαρακτήρα πια, είναι ασφυκτικά τα δεδομένα και απειλούνται σημαντικές διαδικασίες που δεν πρέπει να εμποδίζονται και τα βάλαμε εδώ. Αυτά τα άρθρα έχουν βγει στη διαβούλευση, είναι γνωστά, δεν είναι κάτι καινούργιο, δεν αιφνιδιάζουμε, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Είναι σχεδόν όλα, για να μην πω όλα, ρυθμίσεις λογιστικού χαρακτήρα. Και θα τελειώσω με τις νομοτεχνικές βελτιώσεις, τις οποίες κατέθεσα προ ολίγου.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η φασαρία, η αναταραχή που έγινε μετά από αυτή την περίφημη επιστολή που απεστάλη χθες από τον εκπρόσωπο της COSCO στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου και που έτυχε τόσο μεγάλης δημοσιότητος, οφείλω να σας βεβαιώσω για άλλη μία φορά ότι στην πραγματικότητα δεν είχε καμμία, μα καμμία ουσιώδη βάση. 
Οι αλλαγές που έκανε η Κυβέρνηση και εγώ προσωπικά, καταθέτοντας το σχέδιο νόμου, δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση παραβίαση συμφωνημένων, παραβίαση της σύμβασης παραχώρησης ή οτιδήποτε άλλο. Όμως, αυτή ήταν η άποψη του παραχωρησιούχου. 
Θέλω να πιστεύω ότι ο παραχωρησιούχος έχει αποδεχθεί νομικές εισηγήσεις, τις οποίες σέβομαι, αλλά δεν τις ασπάζομαι, εισηγήσεις νομικά υπερβολικές, υπερβολικής κάλυψης, υπερβολικής εξασφάλισης. Και γεννήθηκε ένα ζήτημα κυριολεκτικά εκ του μη όντος ή όπου υπήρχαν επιμέρους ζητήματα –όσοι είστε νομικοί ξέρετε ότι υπάρχουν κάποιες λεπτές αποχρώσεις που πρέπει να τις προσέχουμε πάντα- θα μπορούσαν να λυθούν με κανονικές διαδικασίες. Όμως, γεννήθηκε ένα μείζον ζήτημα χωρίς να χρειάζεται να γεννηθεί. 
Από τη στιγμή που γεννήθηκε, φυσικά σπεύσατε τα περισσότερα κόμματα της Αντιπολίτευσης -όχι όλα με τον ίδιο τρόπο- να αξιοποιήσετε και να αναδείξετε δήθεν μια αναξιοπιστία της Κυβέρνησης ή μια στάση πονηριάς ή μια στάση που υπονομεύει το διεθνές κύρος της χώρας ή οτιδήποτε άλλο, ενώ θα έπρεπε πολύ πιο προσεκτικά να δείτε τα κείμενα, να δείτε τη χθεσινή μου τοποθέτηση στην Επιτροπή, να διαφωνήσετε μεν, αλλά να αντιληφθείτε ότι αυτού του είδους τα ζητήματα δεν είναι ζητήματα άσπρου-μαύρου και δεν είναι θέματα που φέρνουν σε αντιπαράθεση κάποιους, επί του προκειμένου την Κυβέρνηση και τον παραχωρησιούχο. Μπορούν να είναι αντικείμενο, όπου εν πάση περιπτώσει αυτό λογίζεται ως αναγκαίο, συνθετικών λύσεων.
Και φυσικά σεβόμαστε τον παραχωρησιούχο και τη φίλη χώρα, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, πολύ περισσότερο τη στιγμή που η συγκεκριμένη εταιρεία έχει κρατική υπόσταση. 
Και προς αυτή την κατεύθυνση δεν έχουμε καμιά αντίρρηση να εξαντλήσουμε όλη την καλή πίστη για να μην μείνει η παραμικρή υποψία ότι η Κυβέρνησή μας δεν είναι συνεπής προς τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει στο εσωτερικό και διεθνώς. 
Αυτή τη στιγμή το αξιολογούμε πολιτικά ως πρώτιστη υποχρέωσή μας και το αποδείξαμε αυτό και με τις συμφωνίες που κάναμε με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ακριβώς για να διαμορφωθεί στη χώρα μας από την Κυβέρνηση της Αριστεράς το πλαίσιο της εμπιστοσύνης που είναι αναγκαίο για να πάρει μπρος η παραγωγική διαδικασία και γιατί παίζονται πολύ λεπτά και σοβαρά ζητήματα ακριβώς σε αυτή την πραγματικότητα, σε αυτή την αναγκαιότητα, που αφορούν τον ελληνικό λαό. Δεν αφορούν την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. 
Κάθε Κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία, μετά φεύγει και αλλάζουν τα πράγματα. Ο ελληνικός λαός, όμως, παραμένει. Καθετί δε που θα εξασφαλίζει μια προοπτική, μέσα από αυτή την οδυνηρή εξαετία εξόδου από την κρίση, είναι πάρα πολύ μεγάλης προτεραιότητας επιλογή. Και προς αυτή την κατεύθυνση έχουμε κινηθεί και στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Με αυτό, λοιπόν, το πνεύμα, παρακαλώ, και με αυτή τη δυνατότητα που μας έδωσε και η Αίθουσα -αν και το είχαμε ξεκινήσει από εχθές το βράδυ- να βρούμε λύσεις που να βοηθούν στην υπέρβαση κάθε επιφύλαξης και κάθε νομικά ανασφαλούς προσέγγισης. Εμείς το εξαντλήσαμε και στον χρόνο της διακοπής της συνεδρίασης της Βουλής, φέρνοντάς το μέχρι το σημείο που ακριβώς περιλαμβάνονται αυτές οι τροποποιήσεις και νομοτεχνικές βελτιώσεις που μόλις πριν από λίγο σας φέραμε. Διαβάστε τις και είμαστε στη διάθεσή σας να συζητήσουμε επί των λεπτομερειών, αν προκύπτουν. Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι δεν προκύπτουν. 
Μπορώ, όμως, να πω ότι για μερικά ζητήματα από αυτά θα μας δοθεί στο επόμενο διάστημα η δυνατότητα, με μεγαλύτερη άνεση χρόνου, καταλλαγή και ψυχραιμία, να αντιληφθούμε όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του παραχωρησιούχου, ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να δημιουργηθεί αυτή η αντίδραση και όλη αυτή η αναταραχή.
Διότι η στόχευση της Κυβέρνησής μας να εξασφαλίσει καλή νομοθέτηση –το είπα και πριν όταν μίλησα, το λέω και τώρα- δεν αφορά μόνο τον δημόσιο χώρο και το δημόσιο συμφέρον, αλλά αφορά και το συμφέρον του παραχωρησιούχου. Οι δικές μας παρεμβάσεις συνέτειναν στην καλή νομοθέτηση που εξυπηρετεί όλους, αλλιώς αφήνουν νομικά κενά, που από εκεί και πέρα, μπορούν να δημιουργήσουν στο μέλλον χειρότερες τριβές ή επισφαλείς λύσεις που θα διαταράξουν και θα εμποδίσουν την αναπτυξιακή και παραγωγική προοπτική.
Με ευθύνη, λοιπόν, προχωρήσαμε σε αυτές τις νομοτεχνικές βελτιώσεις, οι οποίες, πραγματικά, μπορούν αυτή τη στιγμή να δρομολογηθούν και να δοκιμαστούν στην πράξη, για να αξιολογηθούν στην πορεία τους. 
Μία μικρή μόνο επισήμανση. 
Μετά την προηγούμενη τοποθέτησή μου, επειδή ειλικρινώς περιέγραψα ενώπιον του Σώματος, όπως έχω υποχρέωση, ότι αυτή η πρωτοβουλία των αλλαγών που έγιναν δεν είναι μόνο του Υπουργείου μας και δική μου –και αναλαμβάνω όλη την ευθύνη γι’ αυτό, προφανώς,  όπως υποχρεούμαι και δεν έχω καμιά πρόθεση να αποποιηθώ ευθυνών- ήταν ακριβώς και μια πρωτοβουλία γενικότερη της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, στο πλαίσιο της συνήθους πρακτικής που ακολουθεί όλα τα νομοσχέδια να τα ελέγχει και να παρεμβαίνει προς την κατεύθυνση της καλής νομοθέτησης. Δεν ήταν μια εξαίρεση.
Αυτό, λοιπόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ακαριαία, μετά από δύο λεπτά, σε διάφορους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς μεταφέρθηκε ως είδηση ότι «ο Δρίτσας αδειάζει το Μαξίμου». 
Καλώ, λοιπόν, αυτή την Αίθουσα να αντισταθεί σε αυτή την αθλιότητα, γιατί αν τώρα πιέζεται ο Δρίτσας ή ο ΣΥΡΙΖΑ με τέτοιες αθλιότητες, κανείς δεν είναι άμοιρος και μην ανέχεστε αυτού του είδους την αγυρτεία, από όπου και αν εκδηλώνεται. Υπερασπιστείτε όλοι το πολιτικό σύστημα της χώρας, όταν πραγματικά αυτό μπορεί να λειτουργήσει και μην αφήνουμε στο μιντιακό σύστημα και σε άλλα συστήματα, εξωγενή και ενδογενή, να καθορίσουν τις λειτουργίες του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα και να οδηγήσουν τα πράγματα προς την απαξίωση κάθε λειτουργίας, κάθε θεσμικής πραγματικής αναπαραγωγής της πραγματικότητας προς προοδευτικές κατευθύνσεις, να δημιουργήσουν ένα κλίμα απογοήτευσης στους πολίτες και να οδηγήσουν πια τα πράγματα, πού αλλού;
Πού αλλού; Στην ανάπτυξη των πιο δεισιδαιμονικών και αντιδραστικών φασιστικών νοοτροπιών και κατευθύνσεων. Η Ευρώπη πορεύεται σε αυτή την κατεύθυνση με όλα αυτά τα φαινόμενα. Η Ελλάδα δοκιμάζεται…
Μην αφήσει κανείς την κερκόπορτα ανοιχτή.»
Β. Δευτερολογία Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής: 
“Ευχαριστώ, Θανάση Παπαχριστόπουλε, όπως ευχαριστώ και άλλους συναδέλφους που είπαν έναν καλό λόγο προσωπικό. Όμως, ειλικρινά αισθάνομαι αμήχανα, όταν υπάρχει μια αναφορά προσωπική.
Θέλω ακριβώς, κύριε Γρηγοράκο, να σας πω ότι είναι δεκτή η κριτική σας, αλλά απάντησα και χθες στην Επιτροπή και σήμερα, στην τοποθέτησή μου. Αν χρειαστεί να απαντήσω ξανά, θα το κάνω, γιατί όντως, όταν κανείς υπερασπίζεται κάτι και μετά βρίσκεται σε μια άλλη θέση, έχουμε ευθύνη αυτό να το εξηγούμε απέναντι όχι μόνο στο Κοινοβούλιο, αλλά απέναντι στον ελληνικό λαό. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να το εξηγήσω αυτό.
Εκείνο για το οποίο πρέπει να είστε βέβαιος είναι ότι και η δική μου στάση και όλων των μελών της Κυβέρνησης, των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να ερμηνευτεί με το εργαλείο της προσαρμογής και του βολέματος. Φυσικά, ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει όποιο ερμηνευτικό εργαλείο για να προσεγγίσει τις επιλογές και τις συμπεριφορές. Πιστεύω, όμως, ότι περνάμε περιόδους συγκλονιστικών αντιφάσεων και αντιθέσεων και είναι καλύτερα να μείνουμε πιστοί σε διάφορα πράγματα, τουλάχιστον να μείνουμε πιστοί στο ότι αξίζει τον κόπο να συνεχίσουμε να παλεύουμε, ακόμα και όταν οι συνθήκες είναι αντίξοες, ακόμα και όταν η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που διαλέξαμε ή αυτή που θα θέλαμε. Εκεί πραγματικά αναπτύσσονται πάρα πολλά ζητήματα.
Έχω την πεποίθηση ότι μπορεί κανείς να διακρίνει –και δεν μιλώ προσωπικά εδώ- στην πολιτική διαδρομή των πολιτικών κομμάτων, των πολιτικών τάσεων, των πολιτικών ιδεολογιών στη χώρα μας και διεθνώς ποιες συμπεριφορές συμβιβασμού στηρίζονταν στην ανάγκη της συνέχειας ή στην προσδοκία της συνέχειας και ποιες στην ενσωμάτωση, σε κατευθύνσεις που, εν πάση περιπτώσει, αποτελούν περισσότερο αυτό που υπονοήσατε ή υπονόησαν κάποιοι άλλοι –για να μην το χρεώσω σε σας– ως ένα βόλεμα με δέλεαρ την υπουργική καρέκλα ή οτιδήποτε άλλο.
Αυτά τα πράγματα έχουν συμβεί πολλές φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας και συμβαίνουν και τώρα στη χώρα μας με συγκλονιστικούς όρους και, πραγματικά, αυτή είναι μια δοκιμασία και οφείλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς.
Ναι, κύριε Γρηγοράκο, αναμετριόμαστε με τους εαυτούς μας καθημερινά, γιατί ακριβώς το όραμα του 2015, που διεκδικήσαμε μαζί με τον ελληνικό λαό να προχωρήσουμε, δεν μπόρεσε να κατισχύσει και υποχώρησε. Με έντιμο τρόπο ενώπιον του ελληνικού λαού, ζητήσαμε σε αυτήν την υποχώρηση αν θα μας δώσει την εντολή και το δικαίωμα να συνεχίσουμε σε αυτό το πλαίσιο –όχι, λέω και πάλι, για πολλοστή φορά, με λευκή επιταγή- να συνεχίσουμε να δίνουμε τη μάχη στις κατευθύνσεις των προσδοκιών.
Εκεί, λοιπόν, δεν μου απαντάτε.
Εκεί, λοιπόν, σ’ αυτήν την πορεία, σ’ αυτήν τη διαδρομή, σε κάθε αρμοδιότητα Υπουργείου ή σε κάθε θεματικό ζήτημα που προκύπτει, ο καθένας μας δίνει αυτήν τη μάχη, τη δίνουμε και όλοι μαζί ως Κυβέρνηση. Και ακριβώς μετράμε τι πετυχαίνουμε κάθε φορά και αν πετυχαίνουμε κάτι. Εκεί ακριβώς, σ’ αυτόν τον ισολογισμό και τον απολογισμό, είναι που θα κριθούμε από τον ελληνικό λαό, σ’ αυτήν τη διαδρομή και σ’ αυτήν την πορεία.
Σε κάθε περίπτωση, ακριβώς επειδή στο ζήτημα της ιδιωτικοποίησης του λιμανιού του Πειραιά, σε ένα προδιαμορφωμένο πεδίο και πλαίσιο, ώριμο πια, πολύ ασφυκτικό, σχεδόν συμφωνημένο στα περισσότερα σημεία του, έπρεπε να δώσουμε τη μάχη να κερδηθούν όσο γίνεται περισσότερα προς την κατεύθυνση του κοινωνικού μερίσματος και του δημοσίου συμφέροντος, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης πολύ καλύτερων όρων, ώστε μια δεσμευτική παραχώρηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών του Οργανισμού Λιμένα Πειραιά και του διευθυντικού δικαιώματος να έχει κανόνες που να δίνουν τη δυνατότητα αυξημένου κατά το δυνατόν κοινωνικού μερίσματος.
Αυτήν την προσπάθεια έκανα και εγώ και η Κυβέρνηση και ενώπιόν σας σήμερα είναι αυτή η τελική μορφή της σύμβασης παραχώρησης και του κυρωτικού νόμου. Μπορείτε να κρίνετε τις διαφορές. Μπορείτε να αξιολογήσετε από πού ξεκίνησε και πού έφτασε, όχι σε άνετο χρόνο, όχι σε επαρκή χρόνο, αλλά σε ασφυκτικό χρόνο και υπό τη δαμόκλειο σπάθη ότι κάθε θέμα που έθετε η Κυβέρνηση, από το πιο μεγάλο έως το πιο μικρό, για τη διεύρυνση των κανόνων αυτής της συμφωνίας επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου και του δημοσίου συμφέροντος, αντιμετώπιζε την απειλητική κατεύθυνση που έδιναν πολλά κέντρα εξουσίας, εσωτερικά και διεθνή, συντονισμένα και με ταυτόχρονη κατά περίεργο τρόπο αποτύπωση στον καθημερινό Τύπο, ηλεκτρονικό ή έντυπο, με έναν μηχανισμό που δουλεύει αυτόματα πια, της περίπτωσης, για παράδειγμα, της ακτογραμμής των Λιπασμάτων ή σχετικά με το να μην επιφορτίζεται το ελληνικό Δημόσιο το κόστος του Κώδικα Ασφάλειας του Λιμανιού, του Κώδικα ISPS, αλλά να τον επιφορτίζεται ο παραχωρησιούχος, ή σχετικά με το να μη χαθεί η Κυνόσουρα στη Σαλαμίνα, που ήταν πρωτοβουλία του Υπουργείου που ενεργοποίησε και την τοπική κοινωνία, ακριβώς γιατί εκεί πίστευαν πια ότι αυτό είναι χαμένο, και πολλά άλλα.
Η άμεση απειλή που προέκυπτε μέρα με τη μέρα και όχι μία φορά στο τόσο, αλλά κάθε μέρα, αναπαραγόμενη και υποστηριζόμενη, όπως είπα, από μέσα μαζικής επικοινωνίας, ήταν ότι θα ακυρωθεί ο διαγωνισμός, δεν θα γίνει ο διαγωνισμός, θα φύγουν οι επενδυτές, δεν θα έρθει κανείς, θα αποχωρήσουν.
Αυτήν την προσπάθεια, λοιπόν, σ’ αυτές τις συνθήκες, η Κυβέρνηση την έκανε συστηματικά και καθημερινά, όχι μόνοι μας, όχι ως Δον Κιχώτες, αλλά με διαβούλευση. Στο Υπουργείο ήρθαν πάρα πολύ συχνά όχι μόνο οι αυτοδιοικητικοί, όχι μόνο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, αλλά και οι χρήστες του λιμανιού, από τις επιχειρήσεις, μικρές και μεσαίες, της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης του Περάματος, μέχρι και μεγάλες επιχειρήσεις του λιμανιού, τους ακτοπλόους ή κάθε είδους χρήστες του λιμανιού.
Γιατί, όλοι ακριβώς, ακόμα και σήμερα, θέλουν στις νέες συνθήκες να αναζητήσουν πώς θα λειτουργήσει το λιμάνι. Με τους ίδιους κανόνες; Με άλλους; Ποιοι θα είναι αυτοί; 
Αυτό δεν είναι απλώς ένα προσωπικό ενδιαφέρον ή ένα επιχειρηματικό ενδιαφέρον ενός κλάδου, αλλά είναι η πεμπτουσία της παραγωγικής λειτουργίας αυτής της εξαιρετικά σημαντικής παραγωγικής μηχανής, όπως είναι το λιμάνι του Πειραιά, γιατί από αυτό εξαρτάται η παραγωγικότητά του. Από εκεί εξαρτάται και το κοινωνικό μέρισμα, το αν όλοι αυτοί που εμπλέκονται με το λιμάνι θα μπορούν να έχουν θέση, θα μπορούν να έχουν ρόλο, και όχι ρόλο που μόνο ο παραχωρησιούχος θα μπορεί να τον επιβάλλει. 
Εκεί είχαμε επίσης σημαντικές επιτυχίες, που δεν καταγράφονται στο τι αλλαγές γίνανε στο κείμενο της σύμβασης παραχώρησης. Όμως, επετεύχθησαν πράγματα πάρα πολύ σημαντικά. 
Αυτήν τη στιγμή οι μικροί και οι μεσαίοι επιχειρηματίες της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης έχουν πάρει όλες τις διαβεβαιώσεις ότι ο τρόπος με τον οποίο θα λειτουργούν σε αυτήν την παραγωγική δραστηριότητα θα παραμείνει ίδιος, με τα ίδια δικαιώματα. Παλιά χρέη και παλιές εκκρεμότητες αυτών των κλάδων σε αυτήν τη διαδικασία, μέσα από μια συστηματική προσπάθεια, διευθετήθηκαν. Διάφορες ιστορίες σε κάθε κατεύθυνση μπόρεσαν να αποκτήσουν υπόσταση. 
Έτσι προέκυψε και η ισχυροποίηση της διανομής του πιο μεγάλου και πιο σημαντικού μέρους της ετήσιας απόδοσης, που θα εισπράττει το Δημόσιο, στους δήμους. Έτσι φτιάχτηκε και το σύστημα της αναλογικής κατανομής, με διάφορα κριτήρια, στον Πειραιά, στο Πέραμα, στη Σαλαμίνα. 
Όλα αυτά ήταν οι προσπάθειες μιας Κυβέρνησης να σεβαστεί τη δέσμευση που ανέλαβε πέρσι το καλοκαίρι, να προχωρήσει την υλοποίηση της δέσμευσης, γιατί αυτό ήταν υποχρεωτικό, και να την κάνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εκεί, λοιπόν, τίθενται ζητήματα, ποιος επιλέγει τι και πώς επιλέγονται τα πράγματα. 
Δεν θυμάμαι σε ανάλογες ιδιωτικοποιήσεις να υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον στο παρελθόν, ώστε η ιδιωτικοποίηση να έχει προστιθέμενη αξία στη συνολική παραγωγική δραστηριότητα της χώρας. 
Διότι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μπορεί εύκολα να πει κανείς ότι μια επένδυση δημιουργεί θέσεις εργασίας και να τις μετρήσει –δύο χιλιάδες, τρεις χιλιάδες, πέντε χιλιάδες, δέκα χιλιάδες-, αλλά πρέπει να μετρήσει και πόσες χάνονται. Αν ανοίγεις ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο σε μια περιοχή και απασχολείς χίλια άτομα και την ίδια στιγμή κλείνουν πεντακόσια μαγαζιά, μικρά και μεσαία, αυτό δεν πρέπει να συνυπολογίζεται σε έναν σχεδιασμό μιας κυβέρνησης και μιας πολιτείας; Είναι κάτι που λύνεται μόνο με το ότι «είμαι υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων γιατί πρέπει να έρθουν επενδύσεις»; 
Σωστά κάποιος συνάδελφος της Αντιπολίτευσης είπε ότι υπάρχουν καλές και κακές ιδιωτικοποίησης, ότι υπάρχουν επιλογές, ότι άλλοι κλάδοι δεν πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν και για άλλους μπορεί να συζητήσει κανείς την ιδιωτικοποίησή τους. Πού γίνεται σοβαρά αυτή η συζήτηση; Πού γίνεται; 
Αυτή η Κυβέρνηση -και έχω βιωμένη πλέον πεποίθηση και αυτοπεποίθηση, όχι για τον εαυτό μου, αλλά για την Κυβέρνηση- όσο μπόρεσε, σε κάθε βήμα, αντιμετώπισε με τέτοια κριτήρια και με τέτοια κλειδιά αυτήν τη διαδικασία. 
Διαφωνείτε; Είναι λάθος; Έπρεπε να μην το κάνει, γιατί το πρωί θα έβγαινε -και έβγαινε- μια εφημερίδα ή ένα κανάλι και θα έλεγε: «Ο Δρίτσας υπονομεύει την ιδιωτικοποίηση, θέλει να επανακρατικοποιήσει το λιμάνι»; 
Και γιατί όλα αυτά; Γιατί αυτές οι πιέσεις; Για να σταματήσει ο Δρίτσας, για να σταματήσει η Κυβέρνηση, για να σταματήσει ο κάθε Υπουργός να προσπαθεί να διαμορφώσει αυτό το πλαίσιο που σας περιέγραψα πριν. Αυτό ως κριτική ξέρουμε από την εδώ πλευρά πώς σιγοντάρεται, πώς ενθαρρύνεται. Και εκεί προκύπτουν οι διαφορές, προκύπτουν οι διαφορετικές πολιτικές, εκεί προκύπτουν και οι διαφορετικοί συσχετισμοί.
Από αυτήν την άποψη και σε σχέση με τα όσα συνέβησαν χθες στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, με την περίφημη επιστολή που έφτασε αργά το βράδυ και σήμερα πήρε όλη αυτήν τη διάσταση, είναι αξιοσημείωτο, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, και νομίζω πως έχει τη σημασία του το γεγονός ότι βρέθηκε τουλάχιστον ένας πολιτικός Αρχηγός –ο κ. Λεβέντης- από τα κόμματα της Βουλής και έδωσε ένα μέτρο, και ερμηνευτικό και μεγέθους γι’ αυτήν την ιστορία που απασχόλησε το Κοινοβούλιο και τον δημόσιο βίο και δημιούργησε όλη αυτήν την κοινωνική αναταραχή. 
Πραγματικά αυτό το μέτρο δεν το είδαμε, ενώ θα έπρεπε, γιατί υπήρχαν τα δεδομένα για να το δει κανείς από πολλές πλευρές. Είδαμε και έναν συγκρατημό από κάποιες άλλες πλευρές. Όμως, κοιτάξτε να δείτε. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να καταλάβει. Πρόκειται για έναν υπερβάλλοντα νομικό ζήλο, ο οποίος δεν ξέρω πια τι κίνητρα έχει ακριβώς. Πάντως, είναι προφανές ότι πρόκειται για έναν υπερβάλλοντα νομικό ζήλο. Προς εξασφάλιση κάλυψης της εταιρείας από κάποιους κινδύνους; Προς υπερβάλλουσα προστασία της εταιρείας; Δεν ξέρω.
Όμως, είναι αυταπόδεικτο, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ότι είναι υπερβάλλων νομικός ζήλος, διότι οι διατάξεις αυτές περιέχονται στη σύμβαση παραχώρησης και αυτές δεν αναιρέθηκαν. Στον κοινοτικό νόμο υπήρχαν για να προστεθούν, για να επισημάνουν κάτι περισσότερο; Δεν ξέρω γιατί. Όμως, εν πάση περιπτώσει, η παρουσίασή τους δεν αναιρούσε το γεγονός ότι διατάξεις τέτοιου τύπου ήταν ήδη στη σύμβαση παραχώρησης. 
Γι’ αυτό και είναι πολύ επιπόλαιη και επιδερμική η προσέγγιση ότι η Κυβέρνηση, με τη διακοπή της συνεδρίασης, που αποφασίσαμε όλοι, και με τη διαβούλευση για να αποδείξουμε την καλοπιστία και να καταλαγιάσει κάθε ανησυχία, το «έκανε γαργάρα». Έτσι είπε μια Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. «Το έκανε γαργάρα»! Τι έκανε γαργάρα; Πάρτε ένα-ένα τα στοιχεία, για να δείτε ότι στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια νομική υπερβολή, ένας νομικός σχολαστικισμός. 
Και εδώ ακριβώς, για να μην μακρηγορήσω, κοντός ψαλμός «Αλληλούια»: Σε λίγη ώρα θα γίνει η ονομαστική ψηφοφορία, θα τελειώσει η συνεδρίαση και αύριο ο Έλληνας Πρωθυπουργός αναχωρεί για την Κίνα.
Εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενο, η ατζέντα, οι προοπτικές, οι δυνατότητες, το επίπεδο στρατηγικής κατεύθυνσης στη συνεργασία αυτών θα αποτυπωθεί –και να είστε βέβαιες και βέβαιοι– με τον καλύτερο τρόπο στο αυριανό ταξίδι του Πρωθυπουργού στην Κίνα.
Γελάτε ειρωνικά, κυρία Μπακογιάννη, αλλά η αξιοπιστία της χώρας υπηρετείται με τον καλύτερο τρόπο από αυτήν την Κυβέρνηση και θα το δείτε. Και θα το δείτε!
Και θα το δείτε, γιατί ακριβώς οι δικοί μας σχεδιασμοί είναι σχεδιασμοί ικανοί προοπτικής και όχι σχεδιασμοί κατανάλωσης.
Τελειώνω, με τα εργασιακά. Θεωρώ πραγματικά άξιο απορίας το να έρχεται η Δημοκρατική Συμπαράταξη, το ΠΑΣΟΚ, και να καταθέτει πρόταση ονομαστικής ψηφοφορίας για το άρθρο 10Α. Καταψηφίστε το, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και με ονομαστική ψηφοφορία. Είναι ένα άρθρο που αποτυπώνει την πολύμηνη προσπάθεια των εργαζομένων και της Κυβέρνησης για να κατοχυρώσει τα εργασιακά δικαιώματα. Καταψηφίστε το. Καταψηφίστε το!
Και μένω άναυδος από αυτήν την επιλογή σας. Να μου πείτε ότι η διατύπωση δεν είναι ακριβώς όπως θα την κάλυπτε με τον καλύτερο τρόπο. Είναι προϊόν μιας διαδικασίας σαν αυτήν που περιέγραψα σε όλα τα ζητήματα.
Είναι προϊόν αυτής της διαδικασίας, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, και είναι κατάκτηση. Και πριν από αυτό έχει προηγηθεί ο όρος 5.11 στη σύμβαση παραχώρησης, που επίσης δεν υπήρχε, και μέσα από αυτήν την προσπάθεια κατακτήθηκε και κατοχυρώθηκε και άνοιξε τον δρόμο στο να ισχύει ο Κανονισμός Εργασίας.
Αυτά, όμως, για σας είναι ψιλά γράμματα και ευκολία με την οποία έρχεστε να δημιουργήσετε δήθεν εντυπώσεις, αντί να βάλετε πλάτη ώστε οι εργασιακές σχέσεις στο λιμάνι και στη νέα περίοδο να είναι ασφαλείς και σταθερές.
Τελείωσα. Να πω μόνο μια κουβέντα στον κ. Καραθανασόπουλο.
Επειδή από παραδρομή του λόγου αναφέρθηκε το Λιμάνι της Πάτρας, όταν μιλούσατε, να σας πω ότι δεν υπάρχει σχέδιο για πώληση του Λιμανιού της Πάτρας. Υπάρχει, όμως, σχέδιο για την απόδοση του παραλιακού μετώπου, όπως υποσχέθηκε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, και είναι κάτι που πλέον είναι σε άμεση εξέλιξη.
Ευχαριστώ.”
Σχετικά αρχεία: 

Κατηγορία:


Wildcard SSL